Διάστρεμμα

Διάστρεμμα ονομάζεται η τραυματική ρήξη (διατομή) των συνδέσμων της αρθρώσεως. Πρόκειται ουσιαστικά γι’ αυτό που λέμε στην καθομιλουμένη «στραμπούληγμα». (Εάν το διάστρεμμα της ποδοκνημικής συνυπάρχει με κάταγμα οστού, οπότε πρόκειται για μικτή τραυματική βλάβη.)

 

 

Κατηγορίες διαστρεμμάτων:

Ο βαθμός του διαστρέμματος κατατάσσεται σε 3 κατηγορίες ανάλογα με τη ζημιά που έχει επέλθει στους συνδέσμους

1ου βαθμού διαστρέμματα: Ελαφρά διάταση των συνδέσμων οι οποίοι παραμένουν ακέραιοι. Παρουσιάζει ελάχιστο πρήξιμο και πόνο σε ορισμένες κινήσεις.

2ου βαθμού διαστρέμματα: Μερική ρήξη συνδέσμων συνήθως του πλάγιου και σπανιότερα και του πρόσθιου. Παρουσιάζει έντονο πρήξιμο και δυσκολία στη βάδιση.

3ου βαθμού διαστρέμματα: Ολική ρήξη συνδέσμων, συνήθως του πλάγιου ή ακόμα και του πρόσθιου. Η ρήξη του πλάγιου συνδέσμου χρήζει χειρουργικής παρέμβασης.

Υπολογίζεται ότι το 100% των ανθρώπων έχει πάθει διάστρεμμα και 50% από αυτούς θα το υποστούν πολλές φορές και στα δυο πόδια. Κάθε μέρα 25.000 άνθρωποι ανά τον κόσμο παθαίνουν διάστρεμμα.

 

Τα παιδιά ηλικίας κάτω των 8 ετών είναι λιγότερο πιθανό να πάθουν διάστρεμμα από ότι τα μεγαλύτερα άτομα. Οι σύνδεσμοι των παιδιών είναι πιο σφιχτοί, γι’ αυτό είναι πιο εύκολο να υποστούν κάταγμα παρά ρήξη συνδέσμων. Τα άτομα που ασχολούνται με τα σπορ παθαίνουν διαστρέμματα συχνότερα από τα άτομα που είναι λιγότερο δραστήρια. Επαναλαμβανόμενα διαστρέμματα στην ίδια άρθρωση καθιστούν την άρθρωση πιο ασταθή και ευάλωτη σε νέο διάστρεμμα.

Όταν μια άρθρωση υφίσταται υπερβολική φόρτιση, οι σύνδεσμοι που συγκρατούν τα οστά μπορεί να υποστούν έντονη διάταση ή ακόμα και ρήξη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το διάστρεμμα, η σοβαρότητά του οποίου εξαρτάται από το μέγεθος του τραυματισμού. Οποιαδήποτε άρθρωση μπορεί να υποστεί διάστρεμμα, αλλά οι πλέον συνήθεις τραυματισμοί συμβαίνουν στον αστράγαλο.

Ανάλογα με τη σοβαρότητα του διαστρέμματος ποικίλουν και τα συμπτώματα (πλειονότητα αθλητικών κακώσεων ποδοκνημικής είναι η συνδεσμική κάκωση των έξω πλάγιων συνδέσμων).

Άμεση επίπτωση της κάκωσης είναι ο πόνος γύρω από την άρθρωση, πρήξιμο, οίδημα και αδυναμία βάδισης.
Μετά από κάθε κάκωση έστω και πρώτου βαθμού δημιουργείται:
1. Χαλαρότητα στους συνδέσμους της περιοχής
2. Μυϊκή αδυναμία, ειδικά των περονιαίων μυών (βρίσκονται στην έξω μεριά του ποδιού και ελέγχουν την στροφική κίνηση του)
3. Δυσκολία βάδισης και ισορροπίας